Άρθρα Μελών Άρθρογραφία Επικαιρότητα Πολιτική Πολιτισμός Σχόλια

Να γίνουμε πρωτεύουσα πόλη των προσφύγων

Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης

Η ανταλλαγή των πληθυσμών είναι ένα ζήτημα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και την ελληνική επιστήμη. Αποτελεί και σήμερα ένα από τα πολλά desiderata όχι μόνο της ιστορικής επιστήμης, αλλά και των πολιτικών επιστημών, της κοινωνιολογίας, της εθνολογίας και, φυσικώς, της φιλοσοφίας. Η πρωτόγνωρη, όσο και απάνθρωπη σύλληψη, της μετατόπισης πληθυσμών παρά τη θέλησή τους, που προκάλεσε το διωγμό του ελληνικού πληθυσμού από περιοχές όπου η παρουσία του κατέβαινε τους αιώνες δεν έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς για την σύγχρονη ελληνική επιστήμη. Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν χρειάζεται να απαριθμηθούν εδώ. Ο κυριότερος είναι η επιστημονική καχεξία, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και τις κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες του, με τις ιδιόρρυθμες προτεραιότητες και τις μυωπικές στοχεύσεις. Ένας δεύτερο λόγος είναι ότι η ανταλλαγή και ο εκτοπισμός πληθυσμών δεν είχε θεματοποιηθεί στους ξένους επιστημονικούς περιγύρους, από όπου τροφοδοτείται η εγχώρια επιστημονική παραγωγή, σε υποδείγματα, πρότυπα, μεθόδους και έτοιμα σχήματα ερμηνείας. Στο βαθμό που δεν ασχολήθηκαν επιστήμονες της αλλοδαπής, διανοητικά ρεύματα και σχολές σκέψης με το ζήτημα της βίαιης μετακίνησης των πληθυσμών, το ζήτημα της ανταλλαγής των πληθυσμών, παρέμενε άγνωστο και για την ελληνική επιστήμη.

Η ανταλλαγή πληθυσμών, οι βίαιοι εκτοπισμοί, οι βίαιες μετεγκαταστάσεις ως πολιτική ομογενοποίησης μιας επικράτειας και σταθεροποίησης μιας κρατικής οντότητας, εμφανίζεται στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο και στην Μικρά Ασία πολύ νωρίς και οι εθνικισμοί και μικρο-ιμπεριαλισμοί των βαλκανικών κρατών, αλλά και της φθίνουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, φαίνεται ότι εργαλειοποιούν τους πληθυσμούς για να αιτιολογήσουν τις αξίωσεις κυριαρχίας επί μιας περιοχής.

Η ιστορία της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας οφείλει να ερευνηθεί και μέσα από το πρίσμα της μετακίνησης των πληθυσμών, είτε πρόκειται για μετακινήσεις σε καιρό ειρήνης, είτε για βίαιες μετακινήσεις που στόχο έχουν την αλλοίωση της πληθυσμιακής σύστασης μιας περιοχής. Η διαμάχη για τα δικαιώματα επί μιας περιοχής βασίζεται κάθε φορά στη σύσταση του πληθυσμιακού στοιχείου της. Το πολυσύνθετο ψηφιδωτό, ωστόσο, της φθίνουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ευρωπαϊκή πλευρά της αρχικώς, δηλαδή τα Βαλκάνια, δεν επιτρέπουν σαφείς οριοθετήσεις για το που ανήκει η κάθε περιοχή. Κάθε εθνικισμός και επεκτατισμός της εποχής χρησιμοποιεί τα δικά του μέτρα και σταθμά για να προσδιορίζει, τι ακριβώς του ανήκει, τι διεκδικεί και τι προσδοκά να αποκτήσει.

Στο πλαίσιο αυτό γίνεται προσπάθεια προσεταιρισμού αμφισβητούμενων πληθυσμιακών ομάδων, όπως π.χ. οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της ευρύτερης Μακεδονίας ή οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί του ελλαδικού χώρου και των όμορων βαλκανικών χωρών. Η μετακίνηση και η μετεγκατάσταση πληθυσμών είναι μια πρακτική που ακολουθείται από την οθωμανική αυτοκρατορία, όταν αρχίζει να συρρικνώνεται στο βαλκανικό χώρο, ενδεικτικό το παράδειγμα των Βοσνίων μουσουλμάνων, με τους οποίους η οθωμανική διοίκηση θέλει να εποικίσει περιοχές της ευρύτερης Μακεδονίας για να διασφαλίσει τη συνοχή της αυτοκρατορίας με την πύκνωση του μουσουλμανικού στοιχείου. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να ερμηνευτούν οι διωγμοί των Ελλήνων στις παραλιακές πόλεις του Ευξείνου Πόντου. Μια εικόνα, πέρα από τις διαθέσιμες ιστορικές έρευνες, μάς δίνει ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Βάρνα της Βουλγαρίας, στην αυτοβιογραφία του στα μέσα της δεκαετίας του 1930!

Οι δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα συνδέονται στα Βαλκάνια και την Μικρά Ασία με τις βίαιες μετατοπίσεις των πληθυσμών. Κάποια στιγμή προτάθηκε και εφαρμόστηκε η ανταλλαγή πληθυσμών, εφόσον φυσικώς θα ήθελαν να μεταναστεύσουν οι κάτοικοι μιας περιοχής εκουσίως σε ένα άλλο κράτος. Είτε η πρώτη ανταλλαγή αυτού του τύπου συμφωνήθηκε μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, είτε Τούρκων και Βουλγάρων, είτε μεταξύ κάποιων άλλων, είναι αδιάφορο, γεγονός είναι ότι αποτελεί έναν από τους λόγους των βιαιοτήτων που ξέσπασαν αργότερα στην χερσόνησο του Αίμου κατά των μειονοτήτων και των ξένων πληθυσμών σε μια έκαστη βαλκανική χώρα και στην μικρασιατική χερσόνησο. Τα παραδείγματα από την περιοχή της Θράκης και της δυτικής Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια του α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι πολλά και καταγράφονται σε πολλές περιπτώσεις και περιγράφονται από ελληνικές και ξένες διπλωματικές και άλλες πηγές.

Η εκούσια αποχώρηση από την μια επικράτεια για μια άλλη, γινόταν η αφορμή για την άσκηση βίας για την “εκούσια” κατ΄ επίφαση φυγή πληθυσμών προς τις υποτιθέμενες εθνικές εστίες τους. Η βαλκανική διαμάχη είχε και αυτό το χαρακτηριστικό, το οποίο δεν έχει ακόμη θεματοποιηθεί στην επιστήμη. Το ζήτημα εκούσιας ανταλλαγής των πληθυσμών και της βίας εναντίον τους για να εξαναγκαστούν να εκπατριστούν, αποτελεί ένα κενό της ιστορικής έρευνας. Χρειαζόμαστε συγκριτικές μελέτες γύρω από αυτό το ζήτημα. Οι μετατοπίσεις των πληθυσμών παρατηρούνται και στην Μικρά Ασία και κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου, αλλά και κατά την περίοδο του Πολέμου της Εθνικής Ανεξαρτησίας των Τούρκων (στην συντριπτική πλειονότητά τους οι πολιτικοί και στρατιωτικοί πρωταγωνιστές της Εθνικής Ανεξαρτησίας της Τουρκίας είναι και οι ίδιοι πρόσφυγες, είτε γόνοι προσφύγων, ενώ όλη η έκταση της Μικράς Ασίας είχε από πολύ νωρίς κατακλυστεί από κύματα μουσουλμάνων προσφύγων από τις περιοχές του Βόρειου Ευξείνου Πόντου και της ενδοχώρας του και τις περιοχές του Καυκάσου).

Η ανταλλαγή των πληθυσμών αποτελεί μια εκδοχή αυτής της πρακτικής. Ένα κράτος εκδιώκει τους υπηκόους του και ένα άλλο, στη βάση “εθνικών” κριτηρίων, υποδέχεται τους πληθυσμούς και τους παρέχει μια νέα εστία. Κάτι τέτοιο ήταν πρωτόγνωρo για τα διεθνοπολιτικά ήθη της εποχής και αποτελεί ένα μοναδικό στο είδος του φαινόμενο στην σύγχρονη ιστορία. Ενώ έχει διερευνηθεί το ζήτημα της σχέσης των εθνικοσοσιαλιστών με τον κεμαλισμό, δεν έχει ερευνηθεί αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στην πολιτική των εκτοπισμών που παρατηρούνται στα Βαλκάνια και κορυφώνονται με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και της προγραμματικής πολιτικής της αναζήτησης “ζωτικού χώρου” στις πεδιάδες της ανατολικής Ευρώπης, στο πλαίσιο του χιλιόχρονου εθνικοσοσιαλιστικού Ράιχ. Ότι οι εθνικοσοσιαλιστές  παρακολουθούσαν τις εξελίξεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του Μουσταφά Κεμάλ και των οπαδών του, είναι, πλέον γνωστό, από τη σύγχρονη έρευνα, επίσης γνωστή είναι η συσχέτιση της πολιτικής της μετατόπισης  και εγκατάστασης των πληθυσμών που είχαν ως πρόγραμμα οι εθνικοσοσιαλιστές με την απορρόφηση του προσφυγικού πληθυσμού από την Ελλάδα.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών αποτελεί μια μοναδικότητα στο είδος της, διότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση, τουναντίον υπήρχε η αντίδραση, των πληθυσμών, τα μέλη των οποίων ζητούσαν να επιστρέψουν στις πατρογονικές τους εστίες. Ούτε οι Έλληνες της Μικρασίας και της Βαλκανικής ήθελαν να εγκαταλείψουν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, ούτε και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι που ζούσαν από το 1912 στα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η επιθυμία για επιστροφή στην πατρώα γη καταγράφεται σε πολλές μαρτυρίες προσφύγων της πρώτης γενιάς. Το όνειρο της επιστροφής παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ζωντανό.

Σε λίγο θα συμπληρωθούν εκατό χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και το προσφυγικό ζήτημα έχει πάρει πλέον πλανητική διάσταση. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών είναι στην ημερήσια διάταξη, αλλά και η “δημογραφική” πολιτική. Το Ισραήλ είναι ένα παράδειγμα για την πολιτική των εποικισμών, όπως και η Κύπρος, όπου στα Βόρεια του νησιού οι Τούρκοι συνεχίζουν μια παράδοση που πηγαίνει πίσω στις απαρχές των συγκρούσεων στην Βαλκανική και της ανάδυσης της επιθετικότητας των τοπικών εθνικισμών.

Η Θεσσαλονίκη  – “πρωτεύουσα των προσφύγων”, σύμφωνα με τον επιτυχημένο τίτλο ενός σχετικώς ανούσιου βιβλίου του Γιώργου Ιωάννου – μπορεί να ασχοληθεί σοβαρά με το ζήτημα αυτής της κληρονομιάς της. Η δημιουργία ενός ιδρύματος για το φαινόμενο της προσφυγιάς, παλιάς και νέας, μιας και η χώρα βρίσκεται στη γραμμή διέλευσης των μεταναστευτικών ροών, θα μπορούσε να συμβάλλει στην ανίχνευση της ιστορίας της ελληνικής προσφυγιάς και στην ανάλυση των σύγχρονων μεταναστευτικών ρευμάτων που δημιουργούνται στον κόσμο. Δεν νομίζω να υπάρχει πόλη στον κόσμο που να της έχει αποδοθεί ως τίτλος τιμής ο χαρακτηρισμός “πρωτεύουσα των προσφύγων”. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να καταγραφεί στον χάρτη των διεθνών σχέσεων ως συμβολική πρωτεύουσα των προσφύγων, εφόσον αποτελέσει κέντρο έρευνας και δράσεων αναφορικά με το φαινόμενο της προσφυγιάς και της μετανάστευσης.

Η δημιουργία ενός ιδρύματος με ένα παρόμοιο αντικείμενο θα μπορούσε να συμβάλλει στη διεθνή αναγνώριση της πόλης, να αναζητηθούν πόροι και χορηγίες από διεθνή κέντρα και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για νέους επιστήμονες, αλλά και υψηλά καταρτισμένο προσωπικό.

Σημείωση: Η συγκεκριμένη πρόταση περιλαμβάνεται και στο πρόγραμμα της Δημοτικής Κίνησης Θεσσαλονίκης “Υψίπολις”, στις “μεσοπρόθεσμες παρεμβάσεις” του, στην ενότητα “γ.1. Καλλιέργεια ενός σύγχρονου πολιτισμού μνήμης”, στο τμήμα “γ.1.5. Η συνθήκη της Λωζάννης και η ιστορική σημασία της” διαβάζουμε: “γ.1.5.α. Θεσσαλονίκη Ευρωπαϊκή >Πρωτεύουσα των προσφύγων< – Ίδρυση Διεθνούς Κέντρου Μελέτης του προσφυγικού προβλήματος (κα αντίστοιχης πολύγλωσσης βιβλιοθήκης) στην Θεσσαλονίκη, το οποίο θα εστιάζει στο πρόβλημα των διωγμών και της προσφυγιάς από την πρώτη περίοδο των νέων χρόνων και το πρώτο φαινόμενο εκπατρισμού στην σύγχρονη ιστορία, την εκδίωξη των Εβραίων της Ισπανίας και την κατάληξή τους, κυρίως, στην Θεσσαλονίκη”.

Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής”

και της δημοτικής κίνησης Θεσσαλονίκης “Υψίπολις”

Περισσότερα από τον συντάκτη

Σοσιαλιστική Προοπτική

Αφήστε ένα σχόλιο